
Ο Ευάγγελος Λεμπέσης δημοσιεύει το 1941 στην Εφημερίδα των Ελλήνων Νομικών το δοκίμιο: «H τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω» καθώς και το συμπληρωματικό κείμενο: «De imbecillitate». Στην μελέτη του, ο Λεμπέσης κατατάσσει τους βλάκες σε δύο κατηγορίες. Τους "αυθεντικούς", ας πούμε, βλάκες και όσους γίνονται βλάκες για να βολευτούν μέσα στην ισοπεδωτική μετριότητα. Δύο σημεία, θα μπορούσαμε επιγραμματικώς να ξεχωρίσουμε.
Το πρώτο αφορά τους αποβλακωμένους. Αυτοί καταλαμβάνουν σπουδαίες θέσεις μέσα στην κοινωνία. Το καταφέρνουν γιατί έχουν την τάση να συνασπίζονται, οπότε πολλοί βλάκες εναντίον ενός ευφυούς τον καταβάλουν ευχερώς. Αντιθέτως οι ευφυείς προτιμούν την μοναξιά της ιδιοφυΐας τους. Αυτή η τάση των βλακών για συσπείρωση, είναι η αιτία που τα διάφορα "σωματεία" με τον καιρό περιπίπτουν στην απόλυτη κυριαρχία τους Ένα τέτοιο σωματείο, δεν νοιάζεται για την ελευθερία της σκέψης. Η ελευθερία της σκέψης είναι χρήσιμη μόνο σε αυτούς που διαθέτουν σκέψη.
Το δεύτερο αφορά τους έξυπνους που υποκρίνονται τον βλάκα. Μερικοί έξυπνοι άνθρωποι, απηυδισμένοι από τον παραγκωνισμό τους, παριστάνουν τον βλάκα για να μπορέσουν να προωθηθούν στην κοινωνική πυραμίδα. Κατά τον Λεμπέση, δεν θα καταφέρουν τίποτα, εκτός αν είναι καλοί ηθοποιοί. Διότι, "η ύπαρξις πνευματικής και ψυχικής ζωής, έχει αναποτρέπτους αντανακλάσεις επί της εξωτερικής φυσιογνωμίας". Συνεπώς ακόμα και η απλή παρουσία ενός ευφυούς είναι άκρως προκλητική για έναν βλάκα και συνεγείρει αυτόν και τους ομοίους του, ώστε να αποβληθεί ο παρεισφρύσας και να διατηρηθεί καθαρή η παράταξη από την "εξυπνάδα".
Χρονογράφος/επιφυλλιδογράφος της Πρωίας ο Κώστας Βάρναλης δεν έχασε την ευκαιρία. Με τρία διαδοχικά κείμενα ο ποιητής των «Μοιραίων» αντιλαμβάνεται σε ποια ιστορική συγκυρία δημοσιεύεται το δοκίμιο του Λεμπέση. Δηλαδή, τους πρώτους μήνες της Κατοχής, η «βλακοκρατία», μέσα από την εξόχως «χιουμοριστική» αυτή μελέτη, γνωρίζει μια θεματοποίηση με επίκεντρο όσους - παρά τα φαινόμενα - είναι οι «καλύτερα οπλισμένοι στον αγώνα της επικράτησης και της κυριαρχικής επιβολής του εγώ». Με δύο επισημάνσεις, ενδεικτικές για τον τρόπο με τον οποίον προσλαμβάνει ο Βάρναλης το δοκίμιο του Λεμπέση: η «κατάλυση των ευφυών» δεν συνεπάγεται και αχρήστευση του «νόμου του ταξικού διαφορισμού». Οι κοινωνικές τάξεις θα διατηρηθούν και οι βλάκες θα «διαφοροποιηθούνε τόσο που ο μέλλων κοινωνιολόγος θα δυσκολεύεται» να τους ταξινομήσει. Και επιπλέον δεν χρειάζεται να καταφύγει κανείς στα μέτρα που προτείνουν κάποιοι βιολόγοι για την «παραγωγή νέου ζωικού είδους», με τη διασταύρωση ανθρώπων και χιμπατζήδων, για να διασφαλίσουν την «κυριαρχία των βλακών». H λειτουργία μόνο του «νόμου της φυσικής επιλογής» θα φέρει την «τελική κατίσχυση των ευφυέστερων», δηλαδή των βλακών. Και τότε η Γη θα καταστεί «παράδεισος» και οι άνθρωποι θα «συνεννοηθούν» άνετα μεταξύ τους. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν επικρατήσουν οι «λεγόμενοι ευφυείς», τότε «αντίο μαστέλλο» (το «mastello» είναι η καρδάρα, ο ευρύχωρος κουβάς για το γάλα των αγελάδων).
Ο Βάρναλης επανέρχεται με την «απολογία βλακός» που προσπαθεί να αποπάρει τους «μοιρολάτρες και απόλεμους»: «Εμείς οι βλάκες ανανεώνουμε τον κόσμο και βοηθάμε την πρόοδό του. Γιατί η πρόοδος είναι κίνηση - δεν είναι καρέκλα». Οι «ευφυείς της δράσεως» συντρίβουν τους ρομαντικούς, δηλαδή όσους επιλέγουν τα μέσα που χρησιμοποιούν με γνώμονα τον «ηθικό νόμο», γιατί πράττουν σύμφωνα με τους «σκοπούς της φύσης». Ειδικότερα, οι αριστούχοι των πανεπιστημιακών σχολών συχνά εμφανίζονται πιο «ανεπίδεκτοι στη ζωή από τους ανεπίδεκτους στα γράμματα». Οι βλάκες διαθέτουν «αναπτυγμένο» το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, προσαρμόζονται ευχερέστερα στην πραγματικότητα και δεν «χάνονται εύκολα». Ο «πραχτικός λόγος» ως λειτουργία «ενστιγματική» δεν έχει καμία σχέση με το «επίκτητο ελάττωμα της αριστείας». Και το επιμύθιο: «Αδελφοί μου, γενήτε κουτοί και ανεπίδεκτοι• έτσι θα γίνετε... υπεράνθρωποι».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου